Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΥΡΑ
Στην Αντίκυρα ποτέ δεν έγιναν συστηματικές ανασκαφές αν και μια πολλή μεγάλη έκταση δυτικά και νοτιοδυτικά του σημερινού ναού του Αγίου Νικολάου έχει απαλλοτριωθεί με σκοπό κάποτε να διενεργηθούν αρχαιολογικές έρευνες. Μέχρι σήμερα όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα της Αντίκυρας προέρχονται από σωστικές ανασκαφές που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και συνεχίζονται ως τις μέρες μας με αφορμή πάντα κάποιο δημόσιο ή ιδιωτικό κατασκευαστικό έργο.
Τα ευρήματα αυτά φυλάσσονται κυρίως στην Αρχαιολογική Συλλογή Διστόμου και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στην Αθήνα. Μερικές επιγραφές και λιγοστά άλλα ευρήματα φυλάσσονται στα Αρχαιολογικά Μουσεία Χαιρώνειας και Θηβών. Τέλος κάποιες επιγραφές, αρχιτεκτονικά μέλη και λιγοστά μικροευρήματα, όπως όστρακα (μικρά σπασμένα τμήματα) αγγείων, φυλάσσονται στην αρχαιολογική αποθήκη της Αντίκυρας. Τα δυο μοναδικά γνωστά νομίσματα της πόλης φυλάσσονται στη Νομισματική Συλλογή του Βερολίνου και σε ιδιωτική συλλογή αντίστοιχα.

Τα ευρήματα περιλαμβάνουν κυρίως κεραμική όλων των περιόδων, λίθινα εργαλεία, λιγοστά μεταλλικά αγγεία, όπλα και κοσμήματα, αρκετά πήλινα ειδώλια, νομίσματα άλλων πόλεων που βρέθηκαν στην Αντίκυρα, οστέινα αντικείμενα, γυάλινα αγγεία, λυχνάρια, αγνύθες και υφαντικά βάρη, πήλινο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, μερικά λίθινα και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, επιτύμβιες στήλες και επιγραφές σε λίθο.

Από την κεραμική πιο αξιόλογα είναι τα ευρήματα της Μεσοελλαδικής περιόδου (2100-1550 π.Χ.), και κάποια λιγοστά της Υστεροελλαδικής (1550-1060 π.Χ.). Τα γεωμετρικά αγγεία είναι επίσης λιγοστά και συνήθως μόνο όστρακα (900-700 π.Χ.). Από τα Αρχαϊκά χρόνια (700-480 π.Χ.) σώζεται περισσότερη κεραμική, κυρίως κορινθιακής προέλευσης (αρύβαλλοι, οινοχόες, κοτυλίσκες), ενώ από τα Κλασικά (480-330 π.Χ.) έχουμε πλούσια δείγματα αθηναϊκών ληκύθων, αρκετά μελαμβαφή αγγεία (κάνθαροι, κύλικες, σκύφοι, οινοχόες). Η κεραμική των Ελληνιστικών χρόνων περιλαμβάνει και πάλι αγγεία από την Κόρινθο και της περιοχής της Θήβας, ενώ στη Ρωμαϊκή περίοδο φαίνεται πώς το εμπόριο στην Αντίκυρα βρίσκεται σε άνθηση, καθώς εντοπίζονται αγγεία από τη Ρώμη, και τη Μικρά Ασία.
Στα Ρωμαϊκά χρόνια ανάγονται και οι περισσότεροι σωζώμενοι λύχνοι καθώς και λίγα γυάλινα αγγεία. Στην Ύστερη Αρχαιότητα ή Πρωτοβυζαντινά χρόνια (330-700 μ.Χ.) ορισμένα αγγεία προέρχονται από την Αίγυπτο και τη βόρεια Αφρική.
Τα χάλκινα ευρήματα (αγαλματίδια και κοσμήματα) ανάγονται κυρίως στην ύστερη Αρχαϊκή (550-480 π.Χ.) και Κλασική εποχή (480-323 π.Χ.) και αντιπροσωπεύουν εργαστήρια της Αθήνας και της Πελοποννήσου.
Τα πήλινα ειδώλια είναι κυρίως κορινθιακά και βοιωτικά στα Αρχαϊκά και Πρώιμα Κλασικά χρόνια ενώ αργότερα, κατά την Ελληνιστική περίοδο (323-31 π.Χ.) εμφανίζονται και τύποι της Αθήνας και άλλων περιοχών.
Με δυο λόγια τα ευρήματα δείχνουν ήδη μια αξιόλογη ανάπτυξη από την 2η χιλιετία π.Χ. με εμπόριο τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας. Στην Αρχαϊκή περίοδο η πόλη βρίσκεται στη ζώνη επιρροής της εμπορικής υπερδύναμης της Κορίνθου, ενώ στα Κλασικά η επιρροή αυτή μετριάζεται από την αθηναϊκή.

Η Ελληνιστική εποχή δεν έχει δώσει σημαντικά ευρήματα, και αυτό ίσως συνδέεται με το γεγονός ότι η πόλη υπέστη αλλεπάλληλες αλλαγές κυριαρχίας (Αιτωλοί, Μακεδόνες, Ρωμαίοι). Στη Ρωμαϊκή εποχή είναι προφανής η ευημερία και ανάπτυξη της περιοχής (με εμπόριο διεθνούς εμβέλειας) η οποία συνεχίζεται και κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Δεν υπάρχουν σχόλια: