Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Αντίκυρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Αντίκυρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΥΡΑ
Στην Αντίκυρα ποτέ δεν έγιναν συστηματικές ανασκαφές αν και μια πολλή μεγάλη έκταση δυτικά και νοτιοδυτικά του σημερινού ναού του Αγίου Νικολάου έχει απαλλοτριωθεί με σκοπό κάποτε να διενεργηθούν αρχαιολογικές έρευνες. Μέχρι σήμερα όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα της Αντίκυρας προέρχονται από σωστικές ανασκαφές που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και συνεχίζονται ως τις μέρες μας με αφορμή πάντα κάποιο δημόσιο ή ιδιωτικό κατασκευαστικό έργο.
Τα ευρήματα αυτά φυλάσσονται κυρίως στην Αρχαιολογική Συλλογή Διστόμου και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στην Αθήνα. Μερικές επιγραφές και λιγοστά άλλα ευρήματα φυλάσσονται στα Αρχαιολογικά Μουσεία Χαιρώνειας και Θηβών. Τέλος κάποιες επιγραφές, αρχιτεκτονικά μέλη και λιγοστά μικροευρήματα, όπως όστρακα (μικρά σπασμένα τμήματα) αγγείων, φυλάσσονται στην αρχαιολογική αποθήκη της Αντίκυρας. Τα δυο μοναδικά γνωστά νομίσματα της πόλης φυλάσσονται στη Νομισματική Συλλογή του Βερολίνου και σε ιδιωτική συλλογή αντίστοιχα.

Τα ευρήματα περιλαμβάνουν κυρίως κεραμική όλων των περιόδων, λίθινα εργαλεία, λιγοστά μεταλλικά αγγεία, όπλα και κοσμήματα, αρκετά πήλινα ειδώλια, νομίσματα άλλων πόλεων που βρέθηκαν στην Αντίκυρα, οστέινα αντικείμενα, γυάλινα αγγεία, λυχνάρια, αγνύθες και υφαντικά βάρη, πήλινο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, μερικά λίθινα και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, επιτύμβιες στήλες και επιγραφές σε λίθο.

Από την κεραμική πιο αξιόλογα είναι τα ευρήματα της Μεσοελλαδικής περιόδου (2100-1550 π.Χ.), και κάποια λιγοστά της Υστεροελλαδικής (1550-1060 π.Χ.). Τα γεωμετρικά αγγεία είναι επίσης λιγοστά και συνήθως μόνο όστρακα (900-700 π.Χ.). Από τα Αρχαϊκά χρόνια (700-480 π.Χ.) σώζεται περισσότερη κεραμική, κυρίως κορινθιακής προέλευσης (αρύβαλλοι, οινοχόες, κοτυλίσκες), ενώ από τα Κλασικά (480-330 π.Χ.) έχουμε πλούσια δείγματα αθηναϊκών ληκύθων, αρκετά μελαμβαφή αγγεία (κάνθαροι, κύλικες, σκύφοι, οινοχόες). Η κεραμική των Ελληνιστικών χρόνων περιλαμβάνει και πάλι αγγεία από την Κόρινθο και της περιοχής της Θήβας, ενώ στη Ρωμαϊκή περίοδο φαίνεται πώς το εμπόριο στην Αντίκυρα βρίσκεται σε άνθηση, καθώς εντοπίζονται αγγεία από τη Ρώμη, και τη Μικρά Ασία.
Στα Ρωμαϊκά χρόνια ανάγονται και οι περισσότεροι σωζώμενοι λύχνοι καθώς και λίγα γυάλινα αγγεία. Στην Ύστερη Αρχαιότητα ή Πρωτοβυζαντινά χρόνια (330-700 μ.Χ.) ορισμένα αγγεία προέρχονται από την Αίγυπτο και τη βόρεια Αφρική.
Τα χάλκινα ευρήματα (αγαλματίδια και κοσμήματα) ανάγονται κυρίως στην ύστερη Αρχαϊκή (550-480 π.Χ.) και Κλασική εποχή (480-323 π.Χ.) και αντιπροσωπεύουν εργαστήρια της Αθήνας και της Πελοποννήσου.
Τα πήλινα ειδώλια είναι κυρίως κορινθιακά και βοιωτικά στα Αρχαϊκά και Πρώιμα Κλασικά χρόνια ενώ αργότερα, κατά την Ελληνιστική περίοδο (323-31 π.Χ.) εμφανίζονται και τύποι της Αθήνας και άλλων περιοχών.
Με δυο λόγια τα ευρήματα δείχνουν ήδη μια αξιόλογη ανάπτυξη από την 2η χιλιετία π.Χ. με εμπόριο τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας. Στην Αρχαϊκή περίοδο η πόλη βρίσκεται στη ζώνη επιρροής της εμπορικής υπερδύναμης της Κορίνθου, ενώ στα Κλασικά η επιρροή αυτή μετριάζεται από την αθηναϊκή.

Η Ελληνιστική εποχή δεν έχει δώσει σημαντικά ευρήματα, και αυτό ίσως συνδέεται με το γεγονός ότι η πόλη υπέστη αλλεπάλληλες αλλαγές κυριαρχίας (Αιτωλοί, Μακεδόνες, Ρωμαίοι). Στη Ρωμαϊκή εποχή είναι προφανής η ευημερία και ανάπτυξη της περιοχής (με εμπόριο διεθνούς εμβέλειας) η οποία συνεχίζεται και κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΥΡΑΣ

Ένα από τα κριτήρια αυτονομίας και ανεξαρτησίας μιας πόλης κατά την αρχαιότητα ήταν και η κοπή νομίσματος, γεγονός που στην Αντίκυρα συμβαίνει τουλάχιστον από τον 4ο αιώνα π.Χ. Το πρώτο νόμισμα που γνωρίζουμε από την πόλη είχε κοπεί για λογαριασμό του Κοινού των Φωκαίων, ήταν χάλκινο και παρίστανε στη μια πλευρά την κεφαλή του Απόλλωνα με την επιγραφή «ΦΩΚΑΙΩΝ», και στην άλλη κεφαλή ταύρου με τα αρχικά της πόλης «ΑΝ».
Το νόμισμα αυτό είναι αρκετά σπάνιο. Υπάρχει ένα στη βασιλική συλλογή της Κοπεγχάγης και λίγα ακόμα σε ιδιωτικές συλλογές. Αντίστοιχα νομίσματα με την ίδια παράσταση έκοβαν και άλλες πόλεις της Φωκίδας, με τα δικά τους βέβαια αρχικά, «ΛΙ» για τη Λιλαία, «ΕΛ» για την Ελάτεια και «ΛΕ» για τον Λέδωνα. Είχαν, δηλαδή, όλοι οι Φωκείς ένα ενιαίο νόμισμα και απλώς η κάθε πόλη τοποθετούσε το δικό της διακριτικό – όπως περίπου στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα σήμερα η κάθε χώρα βάζει το δικό της σύμβολο στη μιαν όψη.
Η χρονολόγηση της συγκεκριμένης κοπής δεν είναι σαφής, καθώς ορισμένοι μελετητές προτείνουν τα χρόνια λίγο πριν ή και κατά τη διάρκεια της φωκικής ηγεμονίας (356-346 π.Χ.), και άλλοι αρκετά αργότερα, στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.


Περίπου έναν αιώνα αργότερα, στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και συγκεκριμένα μεταξύ 208 και 198 π.Χ., η Αντίκυρα έκοψε δικό της αυτόνομο νόμισμα. Ήταν και πάλι χάλκινο και από τη μια πλευρά απεικόνιζε την κεφαλή του Ποσειδώνα με τρίαινα, ενώ από την άλλη την Άρτεμη με δάδα στο ένα χέρι και τόξο στο άλλο, φαρέτρα στον ώμο, και δίπλα της ένα σκύλο. Εκατέρωθεν της θεάς είναι μοιρασμένη η επιγραφή «ΑΝΤΙΚΥ-ΡΕΩΝ».
Ο εικονογραφικός τύπος μπορεί να αποδοθεί εξίσου καλά στην Άρτεμη Ειλειθυία όσο και στην Άρτεμη Δίκτυννα. Όπως συνέβαινε συχνά στην αρχαιότητα το νόμισμα της πόλης απεικόνιζε τις θεότητες, των οποίων υπήρχε και ναός στην πόλη. Η παράσταση της Άρτεμης έχει θεωρηθεί από πολλούς ερευνητές ότι αποτυπώνει το λατρευτικό άγαλμα της θεάς στο ναό της Κεφαλής (Άρτεμις Ειλείθυια), που ο Παυσανίας αποδίδει στον Πραξιτέλη.

Το νόμισμα έχει κοπεί σύμφωνα με το πτολεμαϊκό νομισματικό σύστημα, γεγονός μάλλον παράδοξο, καθώς δεν υπάρχει άμεση πτολεμαϊκή εμπλοκή στα τεκτενόμενα στην περιοχή. Υπάρχουν μόνο δυο γνωστά νομίσματα αυτού του τύπου: το ένα φυλάσσεται στη Νομισματική συλλογή του Βερολίνου και το άλλο βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή.

Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΤΕΙΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΥΡΑΣ

Στην περιοχή Πελάτια (Παλάτια) στις υπώρειες του λόφου του Συρού ήταν πάντα ορατά πέντε σκαλοπάτια που οι ντόπιοι αποκαλούσαν «θέατρο». Ένας καθαρισμός του χώρου ωστόσο, κατά το έτος 1998 από την Εφορεία Δελφών, απέδειξε ότι δεν επρόκειτο για θέατρο, αλλά για τμήμα της οχύρωσης της πόλης. Τα συγκεκριμένα σκαλοπάτια οδηγούσαν σε ένα τετράγωνο οχυρωματικό πύργο διαστάσεων 6,60 Χ 6,60 μέτρα, χτισμένο από κοκκινωπό ντόπιο πωρόλιθο. Το τείχος ήταν χτισμένο κατά το ισόδομο σύστημα τοιχοποιίας (όπου δηλαδή όλοι οι δόμοι και οι δομόπλινθοι έχουν το ίδιο ύψος και πλάτος), χαρακτηριστικό για την ύστερη κλασική και την ελληνιστική περίοδο. Στο καλύτερα διατηρημένο τμήμα του τείχους, δίπλα στα σκαλοπάτια, το τείχος στην εσωτερική πλευρά σώζεται σε ύψος 4 δόμων που αντιστοιχούν περίπου σε 1,56 μέτρα. Το τείχος καθ’ αυτό αποτελούταν από δυο «πρόσωπα» χτισμένα με ισοδομικό σύστημα και με γέμιση από χώμα και μικρές πέτρες ανάμεσά τους, ενώ το συνολικό πλάτος του ήταν μεταξύ 2,85 και 3 μέτρα. Τα ίχνη της θεμελίωσής του είναι ορατά σε μήκος περίπου 40 μέτρων με κατεύθυνση Ν-ΝΑ προς Β-ΒΔ από τα σκαλοπάτια ώσπου συναντά έναν άλλο παρόμοιο οχυρωματικό πύργο, με αντίστοιχες διαστάσεις. Εκεί το τείχος αλλάζει κατεύθυνση Ν προς Β και ίχνη του είναι ορατά για άλλα 100 μέτρα περίπου.
Από το σωζώμενο πλάτος το αρχικό ύψος του μπορεί να υπολογιστεί μεταξύ 6 και 8 μέτρα, αν και κατά περίπτωση θα διέφερε αναλόγως της κλίσης του εδάφους. Τμήματα τείχους έχουν εντοπιστεί και σε σωστικές ανασκαφές κατά τη θεμελίωση σπιτιών στην περιοχή κοντά στην αεροπορική βάση. Σε όλες τις περιπτώσεις αποτελείται από δυο όψεις καλοχτισμένες με ισοδομικό σύστημα και γέμιση από μικρές πέτρες μεταξύ τους. Τα τμήματα των σωστικών ανασκαφών αποτελούσαν μέρος της οχύρωσης που προστάτευε την πόλη (και ίσως και το λιμάνι) από τη μεριά της θάλασσας.
Η συνολική χάραξή του ωστόσο δεν είναι ακόμα διακριτή, αν και μεγάλο τμήμα του θα εκτείνονταν σε περιοχή που ακόμα δεν έχει οικοδομηθεί.
Πότε όμως φτιάχτηκε ακριβώς; Μια πιθανή χρονολογία θα ήταν στα πρώτα χρόνια του Γ΄ Ιερού Πολέμου, μεταξύ 354-350 π.Χ., όταν οι φωκικές πόλεις με χρήματα που είχαν αντλήσει από τους θησαυρούς του Δελφικού ιερού, ενίσχυαν την οχύρωσή τους. Μια άλλη πιθανότητα είναι να κατασκευάστηκε λίγο πριν τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) όταν η Αθήνα και η Θήβα συμμάχησαν με τις πόλεις της Φωκίδας ενάντια στον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, και τις βοήθησαν να ανακάμψουν από την καταστροφή που εκείνος τους είχε προκαλέσει. Θεωρητικά και άλλες περίοδοι θα ήταν υποψήφιες, όπως οι αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., όταν η Φωκίδα αντιστεκόταν στη γαλατική εισβολή ή ακόμα πριν την πολιορκία της Αντίκυρας από τους Ρωμαίους και τους Αιτωλούς στα τέλη του 3ου και τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. Αυτές οι τελευταίες υποθέσεις μοιάζουν περισσότερο απίθανες, τόσο για ιστορικούς λόγους, όσο και γιατί από το εσωτερικό του τείχους έχουν περισυλλεγεί ως τώρα μόνο όστρακα κεραμικής του 4ου αιώνα, αλλά όχι αρκετά ούτε κατάλληλα για να βοηθήσουν σε μια ακριβέστερη χρονολόγηση.
Είναι επίσης άγνωστο πότε καταστράφηκε οριστικά, αλλά εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι στη διάρκεια των πολλών αιώνων ειρήνης της ρωμαϊκής κυριαρχίας αφέθηκε στη φθορά του χρόνου.
Πάντως από τα σημεία που έχει εντοπιστεί το τείχος και τη θέση ορισμένων κατοικιών μπορούμε να υποθέσουμε ότι περιέκλειε σημαντική έκταση, περίπου από την αεροπορική βάση ως το δημοτικό σχολείο, ή και ακόμη πιο ΒΑ.

Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....


Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΑΣ ΔΙΚΤΥΝΝΑΣ

Ο Παυσανίας περιγράφοντας τα ιερά της Αντίκυρας αναφέρεται σε δυο ακόμη ναούς, για τους οποίους δεν υπάρχει ως τώρα ανασκαφική ταύτιση της ακριβής τους θέσης.
Ο πρώτος βρισκόταν στην καρδιά της αρχαίας πόλης, κοντά στο λιμάνι και ήταν αφιερωμένος στον Ποσειδώνα. Ήταν ένα σχετικά απλό κτίσμα από ανεπεξέργαστους λίθους και το εσωτερικό των τοίχων ήταν καλυμμένο με κονίαμα. Μέσα στο ναό υπήρχε ένα άγαλμα που, πάντα σύμφωνα με τον περιηγητή, παρίστανε το θεό να πατάει με το δεξί πόδι σε ένα βράχο, να ακουμπά το δεξί χέρι στο λυγισμένο γόνατο, ενώ το αριστερό χέρι στηριζόταν σε μια τρίαινα. Στη βάση του αριστερού ποδιού υπήρχε ένα δελφίνι. Ο τύπος αυτός είναι γνωστός ως «Ποσειδώνας του Λατερανού» από ένα μαρμάρινο ρωμαϊκό αντίγραφο που βρέθηκε στη Ρώμη και κάποτε φυλασσόταν στο Λατερανό. Υποτίθεται πως αντιγράφει το άγαλμα που είχε φτιάξει ο φημισμένος γλύπτης Λύσιππος, και το οποίο είχε στηθεί στο Λέχαιο, το λιμάνι της Κορίνθου στον Κορινθιακό κόλπο (η Κόρινθος είχε και άλλο λιμάνι στο Σαρωνικό, τις Κεγχρεές).

Παρόλο που δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι το άγαλμα της Αντίκυρας ήταν επίσης έργο του Λυσίππου, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Λύσιππος είναι γνωστό πως εργάστηκε στους γειτονικούς Δελφούς. Δεν αποκλείεται λοιπόν, οι Αντικυρείς να του παρήγγειλαν και εκείνοι το άγαλμα του Ποσειδώνα για το ναό τους. Φυσικά τίποτα δεν αποκλείει και την πιθανότητα ο Ποσειδώνας της Αντίκυρας να ήταν ένα ελληνιστικό ή ρωμαϊκό αντίγραφο του έργου που υψωνόταν στο Λέχαιο.
Ο ναός καθώς είπαμε δεν έχει βρεθεί. Βρέθηκε όμως το κεφάλι και το χέρι ενός πήλινου γυναικείου αγάλματος που ίσως σχετίζεται με το ναό. Το χέρι κρατά ομοίωμα πλοίου και εφόσον ανήκε σε γυναικεία μορφή θα πρέπει να υποθέσουμε ότι παρίστανε είτε κάποια θαλάσσια θεότητα (Αμφιτρίτη ή Λευκοθέα) ή πιο πιθανόν κάποια Νίκη (προσωποποίηση κάποιας ναυτικής νίκης των Αντικυραίων).
Η χρονολόγησή του στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. δεν επιτρέπει ταύτιση με κάποιο συγκεκριμένο ναυτικό γεγονός. Το βέβαιο ωστόσο είναι ότι ο Ποσειδώνας ήταν ιδιαίτερα σημαντικός για την πόλη και παριστανόταν και στον εμπροσθότυπο του νομίσματος που έκοψε η Αντίκυρα στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ.

Ο δεύτερος ναός που σχετίζεται με την Αντίκυρα βρισκόταν αρκετά έξω από την πόλη, και μάλιστα πιο κοντά στην Άμβροσσο (Δίστομο). Η θέση του δεν είναι βεβαιωμένη αλλά ίσως βρισκόταν στο λόφο πάνω από το σημερινό γήπεδο του Διστόμου, ή πιο πιθανό σε κάποια θέση πάνω στον παλιό (εσωτερικό) δρόμο-μονοπάτι που οδηγούσε από την Αντίκυρα, μέσω της χαράδρας Αντήχος, στο Δίστομο.

Ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Άρτεμη Δίκτυννα και ο περιηγητής είχε δει μέσα σε αυτόν ένα άγαλμα της θεάς από μαύρο λίθο που το απέδιδε σε αιγινήτη τεχνίτη. Η Άρτεμις Δίκτυννα λατρευόταν κυρίως στη δυτική Κρήτη (Άπτερα και Φαλάσαρνα), αλλά και στην Αθήνα, τη Φώκαια της Μικράς Ασίας και τη Μασσαλία, που ήταν αποικία της Φώκαιας (και ας μη ξεχνάμε ότι και η Φώκαια ήταν αποικία της Φωκίδας). Παρόλο λοιπόν που ο ναός ήταν κοντά στην Άμβροσσο, τουλάχιστον στα ρωμαϊκά χρόνια φαίνεται πως βρισκόταν στον έλεγχο της Αντίκυρας, καθώς οι ιέρειες ήσαν Αντικυριώτισες. Έχουν βρεθεί μάλιστα δυο επιγραφές στην Αντίκυρα που τιμούν τις ιέρειες Ευπορεία Σωστράτου και Λαμία Δράκοντος. Ήταν βάθρα αγαλμάτων που είχαν στήσει οι συγγενείς των ιερειών με ψήφισμα της βουλής και του δήμου των Αντικυραίων.

Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΕΙΛΕΙΘΥΙΑΣ

Σύμφωνα με τον Παυσανία, σε απόσταση δυο σταδίων (περίπου 400 μέτρων σε ευθεία γραμμή) από την Αντίκυρα, στη χερσόνησο που σήμερα ονομάζουμε Κεφαλή, βρισκόταν ένας ναός της Αρτέμιδος. Ο ναός αυτός εντοπίστηκε το 1888 από το γερμανό αρχαιολόγο Lolling, και είναι το μόνο κτήριο που με βεβαιότητα ταυτίζεται από όσα αναφέρει ο Παυσανίας. Η ταύτιση έγινε δυνατή αρχικά χάρις σε μια επιγραφή που βρήκε ο Lolling ενσωματωμένη σε ένα μόλο στην προκυμαία του χωριού, στην οποία αναφερόταν το όνομα της θεάς. Άλλωστε η περιγραφή του αρχαίου περιηγητή δεν αφήνει αμφιβολίες. Πρόκειται για έναν ασυνήθιστο ναό με κατεύθυνση βορρά-νότο, είσοδο από βόρεια και αντί για νότιο τοίχο χρησιμοποιεί ένα φυσικό βράχο της Κεφαλής.
Στο βράχο αυτό σώζονται μέχρι σήμερα οι λαξεύσεις που αντιστοιχούν σε μερικούς οριζόντιους ξυλοδοκούς των τοίχων, στην αρμογή της σαμαρωτής στέγης, καθώς και μια παραλληλόγραμμη κόγχη, πιθανόν για αναθήματα. Σώζονται επίσης οι βάσεις των τοιχών, από καλοπελεκιμένους ορθογώνιους λιθόπλινθους, σε μήκος περίπου 3,85 μέτρων, ενώ το πλάτος είναι 5,7 μέτρα και το συνολικό ύψος 6,45 μέτρα. Το αρχικό μήκος του ναού υπολογίζεται ότι θα ήταν 9-10 μέτρα.
Ο τύπος του ναού, με την «πλάτη» στο βράχο είναι εξαιρετικά σπάνιος, αλλά είναι γνωστοί τουλάχιστον άλλοι δυο ναοί της Αρτέμιδος ακριβώς πάνω από λιμάνια: ο ένας στην Αλύζια της Ακαρνανίας και ο άλλος στην Οιάνθεια της Δυτικής Λοκρίδας.
Πάντως η ανεύρεση πριν από λίγα χρόνια μιας ακόμη επιγραφής, μέσα στην Αντίκυρα, που φέρει την αφιέρωση «…ΙΛΑ ΔΙΟΚΛ… / …[ΑΡΤΕ]ΜΙΤΙ ΕΛΕΙΘΥΑΙ», επιβεβαίωσε ότι ήταν αφιερωμένος στην Αρτέμιδα Ειλείθυια, θεά προστάτιδα του τοκετού και των γυναικών σε λοχία.

Πάντοτε σύμφωνα με τον Παυσανία στο ναό υπήρχε μαρμάρινο λατρευτικό άγαλμα της θεάς στον εικονογραφικό τύπο που ταιριάζει με την Ειλείθυια, ήταν μεγαλύτερο του φυσικού μεγέθους και ήταν έργο του διάσημου αθηναίου γλύπτη Πραξιτέλη. Το άγαλμα είτε δε σώθηκε, είτε απλά δεν έχει βρεθεί ως σήμερα, καθώς δεν έχουν γίνει ανασκαφές στο ναό. Πάντως έχουμε μια ιδέα για το πώς θα ήταν χάρις στην απεικόνισή του στη μια όψη χάλκινου νομίσματος που έκοψε η Αντίκυρα προς τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. Η θεά παριστάνεται να φορεί κοντό χιτώνα, διασκελίζει προς τα δεξιά, κρατά δάδα στο δεξί και τόξο στο αριστερό χέρι, φέρει φαρέτρα στην πλάτη και δίπλα στο δεξί πόδι της βρίσκεται ένας σκύλος. Σύμφωνα με τη μελέτη των έργων του Πραξιτέλη η δημιουργία της Αρτέμιδος της Αντίκυρας τοποθετείται περί το 330 π.Χ., και φανερώνει ότι η πόλη μάλλον συνήρθε γρήγορα από την καταστροφή που επέφερε ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας το 346 π.Χ.

Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Το αρχαιότερο κτίσμα, του οποίου μπορεί κανείς να δει ερείπια σήμερα στην Αντίκυρα (γιατί το Μυκηναϊκό μέγαρο έχει καταχωθεί), είναι ο ναός της Αθηνάς.
Βρίσκεται νότια του δρόμου που οδηγεί στη Δεσφίνα, στην πλαγιά του λόφου του Συρού, στην περιοχή που οι ντόπιοι ονομάζουν Πελάτια (Παλάτια).
Δεν αναφέρεται από τον Παυσανία, παρόλο που ο αρχαίος περιηγητής είναι πολύ λεπτομερής στις περιγραφές του και αναφέρει δυο άλλους ναούς που βρίσκονταν, όπως και της Αθηνάς, έξω από τα τείχη της αρχαίας πόλης. Αυτό δεν είναι παράξενο, καθώς φαίνεται ότι ο ναός της Αθηνάς είχε καταστραφεί πολλούς αιώνες πριν περάσει ο Παυσανίας από την περιοχή. Το γεγονός επιβεβαιώθηκε και στις ανασκαφές καθώς τα ευρήματα σταματούν στον 4ο αιώνα π.Χ. (πάνω από 500 χρόνια πριν τον Παυσανία).

Η ιστορία της ανακάλυψής του έχει ως εξής: στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ένας ντόπιος αγρότης, ο Νίκος Αλεξίου, παρέδωσε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ένα χάλκινο μικρό άγαλμα που παριστάνει την Αθηνά και υπέδειξε το σημείο που το βρήκε στο χωράφι του. Ο τότε Έφορος Αρχαιοτήτων Δελφών, Ευάγγελος Μαστροκώστας, διενέργησε ανασκαφή το 1954 και βρήκε τη βάση του αγαλματιδίου και ένα κομμάτι που έλειπε από το δεξί χέρι, επιβεβαιώνοντας έτσι το αληθές της μαρτυρίας του αγρότη. Παράλληλα αποκαλύφθηκε ένα μετρίου μεγέθους κτίσμα (10,5 Χ 5 μέτρα) από το οποίο σώζονται μόνο οι βάσεις των τοίχων. Οι τοίχοι αυτοί ήταν χτισμένοι με το λεγόμενο πολυγωνικό σύστημα, χαρακτηριστικό για τη Φωκίδα του 6ου αιώνα π.Χ. Επίσης ανακαλύφθηκαν αρκετά πήλινα κορινθιακά ακροκέραμα με παραστάσεις της Γοργούς, του τέρατος που σκότωσε ο Περσέας, τα οποία οδήγησαν στη χρονολόγηση του ναού μεταξύ 575 και 550 π.Χ.

Ο ναός είχε είσοδο από ανατολικά, όπως όλοι οι αρχαίοι ναοί, και κοντά στον δυτικό του τοίχο σώζεται ακόμα ένα μεγάλο τετράγωνο λίθινο βάθρο με ίχνη από πέλματα. Ήταν δίχως άλλο το βάθρο του λατρευτικού αγάλματος της Αθηνάς, που από το μέγεθος και τη θέση των πελμάτων αντιλαμβανόμαστε ότι είχε σχεδόν φυσικό μέγεθος και πρέπει να παρίστανε τη θεά σε ένα τύπο που λέγεται «Παλλάδιον», δηλαδή με ασπίδα και δόρυ, αλλά σε μετωπική στάση. Κοντά στην είσοδο ο Μαστροκώστας ανακάλυψε ένα βωμό από τούβλα με ωραίο λεπτόκοκκο κονίαμα βαμμένο κατακόκκινο. Δυστυχώς σώζονται μόνο δυο μικρά θραύσματα αυτού του κονιάματος που φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, όπως και όλα τα ευρήματα του ναού.
Τα ίχνη φωτιάς σε ορισμένα αντικείμενα οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά κάπου προς το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. Λίγο αργότερα ανοικοδομήθηκε αισθητά μικρότερος όμως (περίπου 4,5 Χ 4 μέτρα). Και πάλι ωστόσο καταστράφηκε στη διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς, αλλά δυο χρονολογίες είναι υποψήφιες: είτε το 371 π.Χ. όταν ισχυρός σεισμός στην περιοχή κατέστρεψε και το ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς, είτε το 346 π.Χ., όταν ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας έθεσε τέλος στην ηγεμονία των Φωκέων στο δελφικό ιερό και κατέστρεψε τις πόλεις τους.

Λίγο μακρύτερα από το ναό βρέθηκε μια πολύχρωμη σίμη (γείσο της στέγης) με υδρορροή σε σχήμα λεοντοκεφαλής, η οποία ίσως προέρχεται από τη δεύτερη φάση του ναού.
Ανάμεσα στα ευρήματα συγκαταλέγονται χάλκινα κοσμήματα, όπως πόρπες και περόνες, φιάλες (ρηχά μεταλλικά αγγεία σαν πιάτα για σπονδές), μερικές βάσεις αγαλματιδίων και δυο αγαλματίδια (το ένα είναι αυτό που οδήγησε στην ανακάλυψη), λιγοστή κορινθιακή κεραμική και αρκετά πήλινα ειδώλια.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι μια βάση που φέρει την επιγραφή ΔΙΟΝΔΑΙ Μ’ ΑΝΕΘΕΚΑΝ Τ’ ΑΘΑΝΑΙΑ, δηλαδή «Οι Διόνδες με ανέθεσαν στην Αθηνά». Ποιοι ήταν όμως αυτοί (ή αυτές) οι «Διόνδαι»; Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, αλλά μάλλον πρόκειται για μια από τις φυλές της Αντίκυρας. Οι αρχαίες πόλεις ήταν συνήθως οργανωμένες σε φυλές (στην Αθήνα π.χ. υπήρχαν 10 φυλές, ενώ στις μικρές πόλεις ήταν συνήθως 3-4), οι οποίες διοργάνωναν γιορτές, συμμετείχαν σε αγώνες και ανέθεταν αφιερώματα στα ιερά.

Αφήσαμε για τελευταίο το πρώτο εύρημα, το αγαλματίδιο της Αθηνάς, γιατί είναι επίσης ένα σπουδαίο έργο. Η θεά απεικονίζεται στον τύπο της «Προμάχου», δηλαδή με ασπίδα (που έχει χαθεί) και στο άλλο χέρι (λείπει από τον καρπό) θα κρατούσε δόρυ, ενώ βρίσκεται σε διασκελισμό. Τα μάτια και τα φρύδια ήταν ένθετα με ασήμι ενώ τα χείλη με χαλκό, αλλά αυτές οι προσθήκες έχουν χαθεί. Πάντως είναι το αρχαιότερο μέχρι σήμερα αγαλματίδιο με ένθεση άλλων μετάλλων. Πρόκειται για αθηναϊκό έργο της περιόδου των Περσικών πολέμων (490-480 π.Χ.) και αποτελεί το καλύτερο δείγμα μιας σειράς από παρόμοιες χάλκινες Αθηνές που έχουν βρεθεί στην Ακρόπολη της Αθήνας και αναμφίβολα προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο.

Δρ. Αθανάσιος Σίδερης
Προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού


Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ
Η Αντίκυρα υπήρξε διάσημη ανά τους αιώνες χάρις σε ένα φυτό, τον ελλέβορο, ο οποίος στην αρχαιότητα θεωρούταν φάρμακο για διάφορες ασθένειες, κυρίως του ψυχισμού και του νευρικού συστήματος, όπως η μελαγχολία, η τρέλα και η επιληψία.
Θεωρείται ότι ο μυθικός ιδρυτής και επώνυμος ήρωας της πόλης γιάτρεψε με ελλέβορο τον Ηρακλή από τη μανία που του είχε στείλει η Ήρα, και η οποία τον οδήγησε σε μια κρίση παροξυσμού να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Αλλά πριν δούμε πώς εδραιώθηκε η φήμη της Αντίκυρας στα ιστορικά χρόνια, αξίζει να εξετάσουμε ποιο ακριβώς φυτό είναι ο ελλέβορος.
Οι αρχαίοι φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν το όνομα γενικά για το φυτό, του οποίου η επιστημονική ονομασία είναι veratrum album, τουλάχιστον ως τον 5ο αιώνα π.Χ. Τότε περίπου άρχισαν να χρησιμοποιούν ακόμα ένα φυτό με παρόμοιες ιδιότητες, εκείνο που σήμερα επιστημονικά ονομάζεται helleborus niger.
Ακριβώς για να τα ξεχωρίσουν από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. αρχίζουν οι ονομασίες να διαφέρουν στα κείμενα, τα οποία άλλοτε μιλούν για «ελλέβορο λευκό» και άλλοτε για «ελλέβορο μέλανα». Και τα δυο φυτά φυτρώνουν μέχρι σήμερα στις πλαγιές πάνω από την Αντίκυρα. Ο λεγόμενος «μέλας» μάλιστα αποκαλείται από τους ντόπιους (τους ελάχιστους που ακόμα τον αναγνωρίζουν) «σκάρφη»! Η σκάρφη μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα χρησιμοποιούταν ως τοπικό επίθεμα για την αποτροπή των ανεπιθύμητων κυήσεων, δηλαδή για τεχνητές αποβολές. Οι ρίζες της επίσης χρησιμοποιούνταν σε πολύ ισχυρούς πονόδοντους, αλλά συνήθως με καταστρεπτικές συνέπειες, γιατί στη συνέχεια το δόντι στο οποίο είχε τοποθετηθεί σκάρφη, έπεφτε.
Το συσχετισμό του ελλέβορου με την Αντίκυρα κάνει πρώτος σε κείμενο ο Θεόφραστος, ο μαθητής του Αριστοτέλη και διάδοχός του στη διεύθυνση του Λυκείου (τέλη το 4ου αιώνα π.Χ.). Λέει ότι η καλύτερη ποικιλία λευκού ελλέβορου φυτρώνει στην Οίτη, αλλά ο καλύτερος μαύρος ελλέβορος προέρχεται από την Αντίκυρα και τον Ελικώνα. Η ύπαρξη και μιας δεύτερης Αντίκυρας στην περιοχή των Θερμοπυλών μπέρδεψε αρκετούς από τους κατοπινούς ιστορικούς και περιηγητές της αρχαιότητας που δεν είχαν άμεση γνώση της γεωγραφίας της περιοχής, όπως ο Στράβωνας και ο Πλίνιος. Έτσι ο Πλίνιος καταλήγει να πιστεύει ότι η Αντίκυρα είναι νησί φημισμένο για ένα φάρμακο που παρασκευάζει με βάση το μαύρο ελλέβορο.
Αναλυτικά στον ελλέβορο αναφέρεται και ο Διοσκορίδης, γιατρός και βοτανολόγος της εποχής του Νέρωνα. Ήταν ήδη γνωστό από τότε και επιβεβαιώνεται σήμερα ότι ο λευκός έχει εμετικές και ο μαύρος καθαρτικές ιδιότητες.

Πάντως στην Αντίκυρα παρασκευαζόταν ένα φάρμακο πολύ αποτελεσματικό βασισμένο στο μαύρο ελλέβορο (helleborus niger) και σε ένα σησαμοειδές, τη reseda alba. Το φάρμακο αυτό ήταν η μεγάλη αποκλειστικότητα των γιατρών της Αντίκυρας, σε σημείο μάλιστα να ονομάζεται το παρασκεύασμα «ελλέβορος αντικυρικός». Επίσης η πολύ προσεκτική διαδικασία χορήγησης που ακολουθούταν μόνο στην Αντίκυρα ονόμαζόταν «ελλεβορισμός». Γιατί ο ελλέβορος, όπως πολλά φάρμακα, είναι συγχρόνως και πολύ ισχυρό δηλητήριο – περιέχει τη δραστικότατη ουσία ελλεβορίνη – και μπορούσε να σκοτώσει τον ασθενή.
Πολλοί ακόμα γιατροί της Ρωμαϊκής περιόδου αναφέρθηκαν στον ελλέβορο, όπως ο Γαληνός (προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου) και ο Ορειβάσιος (προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Αποστάτη).
Ωστόσο εκτός από τις καθαρά ιατρικές αναφορές υπάρχουν και πολλές ανεκδοτολογικές που σχετίζονται με την Αντίκυρα. Ο Αριστοφάνης, ο Λυσίας, ο Μέναδρος, αλλά και ο Πλούταρχος αναφέρονται σε εταίρες που είχαν το όνομα «Αντίκυρα» εννοώντας ότι ξετρέλαιναν τους άντρες! Αν κάποιος έλεγε ανοησίες η συνηθισμένη αντίδραση ήταν «Πίθ’ελλέβορον» ή «Αντικύρας σοι δει», δηλαδή «Πιές ελλέβορο να συνέλθεις» και «Σου χρειάζεται Αντίκυρα», κάτι αντίστοιχο με τη νεότερη έκφραση «είσαι για το Δαφνί». Λέγεται ότι όταν ένας ξιπασμένος γιατρός, ο Μενεκράτης από τις Συρακούσες, έστειλε ένα γράμμα στο Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας όπου υποστήριζε πως είναι «ο βασιλιάς της ιατρικής», ο Φίλιππος απάντησε ότι τον συμβουλεύει να κάνει ένα ταξίδι στην Αντίκυρα.

Αυτές οι κάπως σκωπτικές, αλλά συγχρόνως διαφημιστικές αναφορές στην Αντίκυρα, συνεχίστηκαν και από τους σημαντικότερους ρωμαίους ποιητές όπως ο Οράτιος, ο Βιργίλιος και ο Ιουβενάλης.
Με δυο λόγια η Αντίκυρα ήδη από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και τουλάχιστον ως τον 3ο αιώνα μ.Χ. χρησίμευε στον καθημερινό λόγο ως μετωνυμία της θεραπείας από την τρέλα και την ανοησία.
Ήταν αναμενόμενο λοιπόν, όταν από την Αναγέννηση και μετά οι σπουδαίοι λόγιοι της Ευρώπης ανέτρεχαν συστηματικά στα αρχαία ελληνικά κείμενα, το όνομα της Αντίκυρας να έρθει και πάλι στην επιφάνεια. Έτσι στην Αντίκυρα αναφέρονται ο Έρασμος, ο Λούθηρος, ο Καλβίνος, ο Ραμπελαί, ο Τζιορντάνο Μπρούνο και ο Ιμάνουελ Καντ, χωρίς βεβαίως να έχουν ιδέα για το που βρισκόταν και πώς ήταν η αρχαία πόλη. Γι’ αυτούς απλώς αντιπροσώπευε ένα σύμβολο, τον τόπο που πρέπει να πάει κάθε τρελός και ανόητος για να γιατρευτεί.
Στις αρχές του 19ου αιώνα ένας νεαρός γιατρός υπέβαλλε στη Λειψία τη διδακτορική του διατριβή για τον ελλέβορο και αυτή αποτελεί την πληρέστερη συγκέντρωση αρχαίων πηγών για τον ελλέβορο σε σχέση με την Αντίκυρα. Δεν ήταν άλλος από τον Σαμουήλ Χάνεμαν που σήμερα θεωρείται ο πατέρας της ομοιοπαθητικής ιατρικής.
Τέλος ο ελλέβορος είχε και άλλες χρήσεις. Οι πηγές αναφέρουν ότι κατά την πολιορκία της Κρίσσας (Χρυσό) στη διάρκεια του Α΄ Ιερού πολέμου (600-590 π.Χ.) οι πολιορκητές νίκησαν δηλητηριάζοντας το νερό των πολιορκημένων με ελλέβορο, ενώ οι φιλόσοφοι Καρνεάδης και Χρύσιππος λέγεται ότι έπιναν ελλέβορο για να αυξήσουν τη διανοητική τους διαύγεια κατά τις φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις με άλλους φιλοσόφους.
Αν και σήμερα ο ελλέβορος χρησιμοποιείται επίσης από τη φαρμακοβιομηχανία, είναι βέβαιο ότι έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε για τις ιδιότητες και τη δράση του.

Δρ. Αθανάσιος Σίδερης
Προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΥΡΑΣ Μέρος Δ΄
Από την Βυζαντινή περίοδο ως τα μέσα του 20ου αιώνα


Στα Βυζαντινά χρόνια η Αντίκυρα φαίνεται πως μετατράπηκε σταδιακά σε ένα μικρό ψαροχώρι, του οποίου η μόνη σημασία οφειλόταν στην παρουσία στην περιοχή ενός σημαντικού κέντρου, αυτού της μονής του Οσίου Λουκά. Σύμφωνα με το βίο του οσίου, αυτός μόνασε στον Κάλαμο, που ταυτίζεται με τη Ζάλτσα, και στο νησί Άμπελος. Το μοναστήρι που ίδρυσε στα τέλη του 10ου αιώνα γρήγορα έγινε κρίσιμος σταθμός στο δρόμο που ένωνε τη Δύση με την Κωνσταντινούπολη και οι ταξιδιώτες κατέπλεαν από τη Δύση (κυρίως την Ιταλία) στην παραλία του Μετοχιού, όπου σήμερα βρίσκεται το εργοστάσιο αλουμινίου. Εξάλλου ο δρόμος αυτός οδηγούσε και στη Θήβα, η οποία ήταν κατά το μεσαίωνα το σπουδαιότερο κέντρο μεταξουργίας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Στο Μετόχι χτίστηκε τον 11ο αιώνα ένας οκταγωνικός ναός ο οποίος τον επόμενο αιώνα μετατράπηκε σε οχυρό πύργο, και αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τους Καταλανούς. Ένα βασιλικό έγγραφο της Καταλωνίας, που φυλάσσεται στο Αρχείο του Παλέρμο της Σικελίας και φέρει χρονολογία 18 Μαΐου 1367, επιβεβαιώνει την κατοχή το πύργου του Μετοχιού από το γενικό βικάριο του Δουκάτου των Αθηνών και Νεών Πατρών (Υπάτης), το Ρογήρο ντε Λιούρια. Ο Άγιος Ισίδωρος και το κάστρο της Βρουλιάς, που είναι ακόμα ορατό δίπλα στο δρόμο για τον Κούτρο στην Κεφαλή, την εποχή των Καταλανών ονομαζόταν Port de Aragó, δηλαδή Λιμάνι της Αραγωνίας και φαίνεται ότι ανήκε στην επικράτεια του Φρειδερίκου de Aragó, κόμη των Σαλώνων (Άμφισσας).

Η Αντίκυρα καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς μαζί με ολόκληρη την κεντρική Ελλάδα. Στα 1499-1500 ο οθωμανικός στόλος επιχειρούσε εναντίον των Βενετών και έμεινε για μεγάλο διάστημα στο φυσικά προστατευμένο κόλπο της Αντίκυρας. Στην Οθωμανική περίοδο συνεχίστηκε ο χωρισμός του κόλπου της Αντίκυρας στα δυο: το Μετόχι και η παραλία που είναι σήμερα τα Άσπρα Σπίτια ανήκαν στον καζά (οθωμανική διοικητική διαίρεση) της Λιβαδειάς, ενώ η Αντίκυρα ανήκε στον καζά των Σαλώνων. Αυτό ακολουθήθηκε και από την εκκλησιαστική διοίκηση κι έτσι το ανατολικό τμήμα του κόλπου υπήχθη στη μητρόπολη Λιβαδειάς, ενώ το δυτικό στη μητρόπολη Αμφίσσης.
Στους αιώνες που ακολούθησαν και κυρίως μεταξύ 1676 και 1876 τουλάχιστον δώδεκα περιηγητές και αρχαιολόγοι από την Ευρώπη επισκέφθηκαν την Αντίκυρα είτε πηγαίνοντας είτε επιστρέφοντας από τους Δελφούς, και πρώτος από αυτούς ο William Leak στα 1806 ταύτισε το μικρό οικισμό, που τότε ονομαζόταν Άσπρα Σπίτια, με την αρχαία Αντίκυρα, χάρις σε μια επιγραφή που βρήκε στο λιμάνι της. Εκείνη την εποχή περίπου πέρασε από την Αντίκυρα και μια άλλη μορφή που έμελλε να έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελληνική επανάσταση του 1821. Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, όντας ακόμη ένας άσημος και χαμηλόβαθμος αξιωματούχος, πέρασε χειμώνα και με χιόνια από την Αντίκυρα και ανέβηκε στη Δεσφίνα. Η φροντίδα που του πρόσφερε ο δεσφινιώτης Παπά-Στάθης ξεπληρώθηκε αργότερα με πρόσκληση του γιου του στα Γιάννενα. Ο γιος αυτός δεν ήταν άλλος από τον ηρωικό δεσπότη της Άμφισσας, Ησαΐα. Στην Αντίκυρα επίσης έμεινε για μεγάλο διάστημα, στα 1827, ο Έντουαρντ Τρελόνι, φιλέλληνας και φίλος του Σέλεϋ και του Μπάυρον, ο οποίος είχε παντρευτεί την ετεροθαλή αδερφή το Οδυσσέα Ανδρούτσου.
Μέχρι και το 1876, όταν την Αντίκυρα επισκέφθηκε ο γερμανός αρχαιολόγος Lolling και φιλοξενήθηκε στο σπίτι της οικογένειας Σίσου, το χωριό ονομαζόταν Άσπρα Σπίτια. Στα 1929 δημιουργήθηκε ανεξάρτητη κοινότητα με το όνομα Αντίκυρα. Η ιστορία της Αντίκυρας δεν τελειώνει εκεί. Στις απαρχές του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, τον Απρίλη του 1941, στον κόλπο της Αντίκυρας βρήκαν καταφύγιο ένα νοσοκομειακό και δυο πετρελαιοφόρα πλοία. Βομβαρδίστηκαν από τη Λουφτβάφε και για αρκετές μέρες ο κόλπος καιγόταν. Στο λιμάνι της είχε επίσης την έδρα της το 1943-44 μια από τις πιο δραστήριες και αγωνιστικές ομάδες του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού. Όσα ακολούθησαν είναι ακόμα πολύ κοντά μας για να αποτελέσουν ιστορία.

Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΥΡΑΣ Μέρος Γ΄
Από την Αυτοκρατορική Ρωμαϊκή περίοδο ως τα τέλος της Ύστερης Αρχαιότητας

Το λιμάνι της Αντίκυρας, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τον ιστορικό από τη γειτονική Χαιρώνεια, χρησιμοποιήθηκε το 31 π.Χ. από τον Μάρκο Αντώνιο για να φορτωθεί το σιτάρι που είχε κατασχέσει από την κεντρική Ελλάδα, λίγο καιρό πριν την αποφασιστική ναυμαχία στο Άκτιο, κοντά στην Πρέβεζα. Η ναυμαχία αυτή, νικητής της οποίας βγήκε ο Οκταβιανός, αποτελεί το ορόσημο για την αρχή της Αυτοκρατορικής Ρωμαϊκής περιόδου.

Στη διάρκειά της, και της ειρήνης που την χαρακτήρισε για περίπου δυόμισι αιώνες, η Αντίκυρα γνώρισε πολύ σημαντική κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Πιθανόν καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της πόλης να υπήρξε το γεγονός ότι είχε γίνει σταδιακά από τα Ελληνιστικά ήδη χρόνια, ένα διεθνούς φήμης θεραπευτικό κέντρο χάρις στον ελλέβορο, στο οποίο συνέρρεαν πλούσιοι συγκλητικοί από τη Ρώμη και εύποροι πολίτες από ολόκληρη την αυτοκρατορία. Έτσι στο 2ο αιώνα μ.Χ., όταν την επισκέφτηκε ο περιηγητής Παυσανίας (κάπου μεταξύ 160 και 180 μ.Χ.), ήταν μια πόλη με πλούσια δημόσια κτήρια, με μια περίλαμπρη αγορά στολισμένη με πολλούς χάλκινους ανδριάντες (των οποίων τα ενεπίγραφα βάθρα έχουν βρεθεί), με δυο γυμναστήρια (γυμνάσια τα έλεγαν οι αρχαίοι που δεν διαχώριζαν το χώρο άθλησης από το χώρο πνευματικής εκπαίδευσης), με μια μεγάλη δημόσια και στεγασμένη κρήνη, με ένα τάφο των μυθικών ηρώων της Σχεδίου και Επίστροφου, και με τουλάχιστον δυο ναούς. Ο ένας, του Ποσειδώνα βρισκόταν μέσα στην πόλη, και ο άλλος της Αρτέμιδος Ειλειθυίας στην Κεφαλή. Φαίνεται μάλιστα ότι τουλάχιστον αυτή την εποχή η Αντίκυρα είχε τον έλεγχο και ενός τρίτου ναού που βρισκόταν πιο κοντά στην Άμβροσσο (Δίστομο). Αυτός ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Αρτέμιδα Δίκτυννα και οι ιέρειες που υπηρετούσαν εκεί ήταν από την Αντίκυρα, όπως αποδεικνύουν οι επιγραφές που βρέθηκαν στις ανασκαφές. Ο ίδιος ο ναός πάντως δεν έχει ακόμα εντοπιστεί με ασφάλεια.

Για τους ανδριάντες ξέρουμε ότι τουλάχιστον έξι ήταν αφιερωμένοι σε επιφανείς πολίτες της Αντίκυρας, και μάλιστα από τους πέντε έχουν βρεθεί τα βάθρα με τις επιγραφές. Ο έκτος ήταν του αθλητή Ξενόδαμου, ο οποίος νίκησε στο παγκράτιο (μια μορφή πάλης) το 67 μ.Χ. στους Ολυμπιακούς αγώνες, στους οποίους συμμετείχε και ο αυτοκράτορας Νέρωνας. Ακριβώς εξαιτίας των πολλών παραβιάσεων των κανόνων που επέβαλλε ο Νέρωνας για να βγει ο ίδιος νικητής σε διάφορα αγωνίσματα, οι Ηλείοι διέγραψαν αργότερα τους αγώνες αυτούς από τον κατάλογο των Ολυμπιακών.
Οι υπόλοιποι ανδριάντες, σύμφωνα με τα ανευρεθέντα βάθρα, τιμούσαν τους ρωμαίους αυτοκράτορες Καλλιγούλα, Αντωνίνο Πίο, Κόμμοδο, Σεπτήμιο Σεβήρο, τη γυναίκα του τελευταίου Ιουλία Δόμνα, Καρακάλλα, Μαξιμίνο και Κωνστάντιο Χλωρό (τον πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου).
Όλα αυτά τα αγάλματα είχαν ανεγερθεί είτε με πρωτοβουλία είτε με την έγκριση της βουλής και του δήμου των Αντικυραίων, και όσο κι αν η κεντρική εξουσία ήταν πλέον ισχυρότατη, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τις επιγραφικές αναφορές ως μια ένδειξη σχετικής αυτονομίας, και ως ένα βαθμό αυτοδιοίκησης της πόλης.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη επανερμηνεία ενός χωρίου του «Θεοδοσιανού Κώδικα» (σώμα νομοθετημάτων των πρώτων χριστιανικών χρόνων) ο αυτοκράτορας Γρατιανός βρισκόταν στην Αντίκυρα (και όχι στην Αντιόχεια όπως θεωρούταν ως τώρα) κατά τον Απρίλιο του 380 μ.Χ. Δε γνωρίζουμε το λόγο της παρουσίας του, ή έστω της διέλευσής του, αλλά οπωσδήποτε μας επιτρέπεται να συμπεράνουμε ότι η πόλη ήταν αρκετά σημαντική για να τον φιλοξενήσει. Κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. η πόλη ήταν επισκοπή σύμφωνα με διάφορες πηγές της εποχής. Άλλωστε αυτό συνάδει και με την ίδρυση της μεγάλης πρωτοχριστιανικής βασιλικής με το ψηφιδωτό δάπεδο, τμήμα της οποίας έχει έρθει στο φως.
Η Αντίκυρα φαίνεται ότι επλήγει από πολύ ισχυρούς σεισμούς το 521 και το 543 μ.Χ. στο βορειοανατολικό Κορινθιακό κόλπο, ενώ ακολούθησε και άλλος το 552 μ.Χ. στην ανατολική Λοκρίδα (περιοχή Αταλάντης). Η σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή της όμως επήλθε με το σεισμό του 620 μ.Χ., αν και τα αρχαιολογικά τεκμήρια φανερώνουν ότι η ζωή συνεχίστηκε στα ερείπια για λίγο ακόμη, περίπου ως το τέλος του 7ου αιώνα μ.Χ.

Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΥΡΑΣ Β΄
Από τον Τρίτο Ιερό Πόλεμο ως την κυριαρχία των Ρωμαίων

Το γεγονός ότι βρισκόταν κοντά στους Δελφούς έφερε στη μοίρα της πόλης και θετικά και αρνητικά.

Οι Δελφοί εξαιτίας της τεράστιας επιρροής τους σε όλους τους Έλληνες, ήταν αντικείμενο έντονων συγκρούσεων μεταξύ των ισχυρών πόλεων της Ελλάδας για τον έλεγχό τους. Ως συνέπεια και η Αντίκυρα βρέθηκε συχνά στη δίνη αυτών των συγκρούσεων.
Όταν πια η Θηβαϊκή ηγεμονία είχε αποδυναμωθεί και η Σπάρτη συνέχιζε να βρίσκεται σε κρίση, οι φωκικές πόλεις βρήκαν ευκαιρία να διεκδικήσουν εκείνες τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών και των πλούσιων προσόδων και αποθεματικών του. Αυτό οδήγησε στον λεγόμενο Τρίτο Ιερό πόλεμο μεταξύ 356 και 346 π.Χ. Στη διάρκειά του έγιναν πολλές πολεμικές επιχειρήσεις, μία μάλιστα από την περιοχή της Βουλίδας (σημερινή Ζάλτσα), όπου τότε βρίσκονταν τα σύνορα της Φωκίδας με τη Βοιωτία.
Αττική μελανόμορφη λήκυθος του πρώτου μισού του 5ου αιώνα π.Χ. από το βόρειο νεκροταφείο της Αντίκυρας. Φωτό Θ.Σ.
Ο πόλεμος έληξε με την επέμβαση του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος κατέστρεψε τις 22 φωκικές πόλεις, γκρέμισε τα τείχη τους, τους απαγόρευσε να έχουν πολιτική οργάνωση και να διατηρούν όπλα και άλογα, και τις υποχρέωσε να πληρώνουν βαρύ επανορθωτικό φόρο στο δελφικό ιερό για όσα είχαν σφετεριστεί από τους θησαυρούς του.

Οι πληροφορίες μας προέρχονται κυρίως από τον αθηναίο ρήτορα Δημοσθένη που ζούσε εκείνη την εποχή, και τις επαναλαμβάνουν ο Στράβωνας και ο Παυσανίας, που όμως έζησαν πολλούς αιώνες αργότερα.
Ο Δημοσθένης, για πολιτικούς λόγους (για να ξεσηκώσει τους Αθηναίους εναντίον του Φιλίππου)ίσως να υπερβάλλει στις καταστροφές που αναφέρει. Τουλάχιστον η Αντίκυρα δε φαίνεται να καταστράφηκε ολοσχερώς το 346 π.Χ., αφού μόλις λίγα χρόνια αργότερα, περί το 330 π.Χ., καταφέρνει να χτίσει το ναό της Αρτέμιδος Ειλειθυίας στην Κεφαλή, και μάλιστα να παραγγείλει το λατρευτικό άγαλμα σε έναν από τους διασημότερους και πιο ακριβοπληρωμένους γλύπτες της εποχής, τον Πραξιτέλη.
Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. η πόλη έχει σίγουρα ανανήψει εντελώς και είναι σε θέση να συμμετέχει στην αντίσταση των Φωκαίων ενάντια στην εισβολή ενός βαρβαρικού φύλου, των Γαλατών του Βρέννου, το 279 π.Χ. Έχει βρεθεί μάλιστα η επιτύμβια επιγραφή ενός πολίτη της, του Αρίσταρχου, ο οποίος σκοτώθηκε πιθανότατα σε κάποια από τις μάχες με τους Γαλάτες.
Στα επόμενα χρόνια μια νέα δύναμη έρχεται στο προσκήνιο. Είναι οι Αιτωλοί της περιοχής της Ναυπάκτου. Σιγά-σιγά κερδίζουν επιρροή και τελικά παίρνουν στον έλεγχό τους ολόκληρη τη Φωκίδα, μαζί και την Αντίκυρα, το αργότερο το 245 π.Χ.

Οι πόλεμοι που ακολούθησαν περιγράφονται αναλυτικά από τον ιστορικό Πολύβιο. Έτσι ξέρουμε ότι η Αντίκυρα πέρασε στην επικυριαρχία του Φίλιππου Ε΄ της Μακεδονίας το αργότερο το 224 π.Χ.
Το 210 π.Χ. όμως ανακαταλήφθηκε από τους Αιτωλούς υπό το στρατηγό Σκόπα, οι οποίοι είχαν ζητήσει τη συνδρομή των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίο άλλο που δεν ήθελαν να βρουν ευκαιρία να επέμβουν στα ελληνικά πράγματα, κι έστειλαν το στρατηγό Βαλέριο Λεβίνο. Η πόλη καταστάφηκε και ο πληθυσμός εξανδραποδίστηκε.
Τμήμα του τείχους της Αντίκυρας. Παλιότερα οι ντόπιοι το αποκαλούσαν «θέατρο». Δεν γνωρίζουμε αν το συγκεκριμένο τμήμα ανήκει στο τείχος που κατέστρεψε ο Φίλιππος Β΄ ή σε μεταγενέστερη κατασκευή. Φωτό Θ.Σ.
Πάντως και πάλι η καταστροφή δεν μπορούσε να είναι ολοκληρωτική αφού το 208 π.Χ. την ανακατέλαβε ο Φίλιππος Ε΄ για να παραδοθεί τελικά, μετά από σκληρή πολιορκία, το 198, στο ρωμαίο στρατηγό Τίτο Κουίντο Φλαμινίνο.
Εν τω μεταξύ η πόλη βρέθηκε και στην επιρροή άλλων δυνάμεων, αφού το νόμισμα που έκοψε στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. φαίνεται να ακολουθεί τα πτολεμαϊκά πρότυπα. Ο Φλαμινίνος πάντως τη μετέτρεψε σε έδρα του στόλου του κι έμεινε εκεί ως το 196 π.Χ., καθώς το λιμάνι της ήταν κατάλληλο για μεταφορά εφοδίων προς την Ελάτεια, όπου είχε το στρατηγείο του για τις μάχες με του Μακεδόνες.


Χρυσό νόμισμα με κεφαλή του ρωμαίου στρατηγού Τίτου Κουίντου Φλαμινίνου. Φωτό: Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο.
Από το 195 ως το 192 π.Χ. φαίνεται πως η Αντίκυρα ήταν υπό τη διοίκηση ενός νέου απεσταλμένου της Ρώμης, του στρατηγού Οτίλιου Μανκίνιου, και λίγο αργότερα, το 191 π.Χ., ο στρατηγός Μάνλιος Ακίλιος Γλαβρίων, ξαναχάραξε τα σύνορα της πόλης με την «ιερή γη» των Δελφών που την είχαν σφετεριστεί οι Αιτωλοί. Έτσι μαθαίνουμε ότι ολόκληρη η επικράτεια του σύγχρονου (προ Καλλικράτη) δήμου Δεσφίνας ήταν η ιερή γη των Δελφών. Τα σύνορα ξεκινούσαν από το ακρωτήρι Οπούς (Τσιμπλιά), ανέβαιναν από το ρέμα στο Μεσόκαμπο και στην Κύρφι (Μεγάλο Πλάι) και εκεί ήδη συναντούσαν τα σύνορα της Αμβρόσου (Δίστομο).
Στη διάρκεια του 2ου αιώνα π.Χ. η πόλη ξαναχτίστηκε και ξαναδυνάμωσε. Οι πολίτες της ήσαν αρκετά πλούσιοι για να απελευθερώνουν κάποιους από τους δούλους τους, όπως φαίνεται σε τρεις επιγραφές από τους Δελφούς. Σε μια μάλιστα από αυτές γίνεται αναφορά και στο ημερολόγιο της Αντίκυρας: η απελευθέρωση του δούλου έγινε το μήνα που ονομαζόταν «Διονύσιος», αλλά δε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα σε ποιο σύγχρονο μήνα αντιστοιχεί.

Χάρτης με τα σύνορα μεταξύ της Αντίκυρας και της ιερής γης του Δελφικού μαντείου. Από το άρθρο του D. Rousset: “Territoire de Delphes et terre d’Apollon”, στο L’espace grec (Paris 1996).
Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

Δρ. Θάνος Σίδερης
Προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας
στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΥΡΑΣ Α΄
Από τα μυθικά και τα προϊστορικά χρόνια ως το τέλος του 5ου αιώνα π. Χ.
Χάρτης της αρχαίας Φωκίδας από το βιβλίο του J. McInnerney: The Folds of Parnassos (Austin 1999)

Οι αναφορές για τη αρχαία Αντίκυρα χάνονται στις παρυφές του μύθου. Σύμφωνα με ορισμένες αρχαίες πηγές, η πόλη αρχικά ονομαζόταν Κυπάρισσος, από τον πρώτο μυθικό ιδρυτή της, Κυπάρισσο, που ήταν γιός του Μινύα και αδελφός του Ορχομενού. Αυτή η αναφορά υποδηλώνει τη σχέση της Αντίκυρας με το Μυκηναϊκό κέντρο του Ορχομενού, ο οποίος φαίνεται πως κάποια στιγμή στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. είχε επεκτείνει την κυριαρχία του ως τον Κορινθιακό κόλπο και πιθανόν χρησιμοποιούσε το λιμάνι της Αντίκυρας.
Σύμφωνα με ένα άλλο μύθο, σίγουρα μεταγενέστερο, την πόλη είχε ιδρύσει ο Αντικυρέας, ένας ήρωας της εποχής του Ηρακλή, ο οποίος γιάτρεψε τον ημίθεο από τη μανία που του είχε στείλει η Ήρα και τον είχε οδηγήσει να σκοτώσει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ο Αντικυρέας, λοιπόν, του χορήγησε ελλέβορο, που φύτρωνε στην περιοχή της Αντίκυρας, και τον έφερε στα συγκαλά του.
Ο Όμηρος πάντως αναφέρει την πόλη ως Κυπάρισσο, αν και στην εποχή του ποιητή, σύμφωνα με τον Παυσανία, είχε ήδη μετονομαστεί σε Αντίκυρα. Ορισμένοι σύγχρονοι αρχαιολόγοι δε συμφωνούν με αυτή την ταύτιση και αναζητούν τον Κυπάρισσο στην περιοχή του Ζεμενού, όμως τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν συνάδουν. Ο Κυπάρισσος του Ομήρου θα πρέπει μάλλον να ταυτιστεί με το λιμάνι της Αντίκυρας, το καταλληλότερο για να συγκεντρωθεί ο στόλος των 40 πλοίων που έστειλαν οι Φωκείς στην Τρωική εκστρατεία. Αρχηγοί του στόλου ήταν τα αδέρφια Σχέδιος και Επίστροφος, οι οποίοι είχαν την έδρα τους στον Πανοπέα, ανάμεσα Δαύλεια και Δίστομο. Λέγεται μάλιστα, ότι ο τάφος των δυο αδερφών βρισκόταν στην Αντίκυρα και τον είδε ο Παυσανίας, όταν επισκέφθηκε την πόλη μεταξύ 160 και 180 μ.Χ. Ο Σχέδιος είχε σκοτωθεί στην Τροία, αλλά ο Επιστροφος μετέφερε τα οστά του πίσω στη γενέθλια γη.
Κορινθιακός αρύβαλλος του 6ου αιώνα π.Χ. από το νεκροταφείο στο διάσελο προς τον Άγιο Ισίδωρο. Φωτό Θ.Σ.

Αν τώρα αφήσουμε τους μύθους και αναζητήσουμε τα επιστημονικά τεκμηριωμένα στοιχεία, θα δούμε ότι υπάρχουν ενδείξεις κατοίκησης στην περιοχή ήδη από τα Νεολιθικά χρόνια (Κάστρο της Βρουλιάς, στην ανατολική άκρη του κόλπου του Αγίου Ισιδώρου), αλλά και από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (ή Πρωτοελλαδική), στην περιοχή του σημερινού γηπέδου. Τα ευρήματα της Ύστερης εποχής του Χαλκού ( Μυκηναϊκή ή αλλιώς Υστεροελλαδική) είναι λιγοστά, αλλά πάντως αρκούν για να καταλάβουμε ότι υπήρχε κάποιος σημαντικός οικισμός στην Αντίκυρα, αφού εντοπίστηκε μέγαρο (μεγάλη κατοικία), κεραμική και ένας σφραγιδόλιθος με εγχάρακτη παράσταση πλοίου.
Κορινθιακής προέλευσης ή επιρροής ειδώλιο κόρης που κρατάει πτηνό στο δεξί χέρι, 6ου αιώνα π.Χ., από το νεκροταφείο στο διάσελο προς τον Άγιο Ισίδωρο. Φωτό Θ.Σ

Στα ιστορικά χρόνια η Αντίκυρα ανήκε στη Φωκίδα και οι Αντικυρείς προσδιόριζαν τον εαυτό τους ως Φωκείς. Τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα π.Χ. και μετά διέθεταν και πολιτική οργάνωση, το Κοινό των Φωκέων, η έδρα του οποίου ήταν το Φωκικό, ένα κτήριο βουλής που εντοπίζεται στις παρυφές του δρόμου Δίστομο-Δαύλεια. Η Αντίκυρα έπαιζε σημαντικό ρόλο σε αυτή την «ομοσπονδία» αφού ήταν μια από τις τέσσερεις πόλεις που έκοβαν ασημένια νομίσματα για το Κοινό των Φωκαίων με τα αρχικά «ΑΝ» στον οπισθότυπο. Οι άλλες πόλεις ήταν η Ελάτεια (ΕΛ), η Λιλαία (ΛΙ) και ο Λέδων (ΛΕ).
Για πολλά χρόνια ακόμα, ως τον 4ο αιώνα π.Χ., οι αρχαίες πηγές σιωπούν για την Αντίκυρα. Τα ευρήματα όμως δείχνουν ότι ο οικισμός είχε σημαντικές εμπορικές σχέσεις με την Κόρινθο, με άλλες περιοχές της Βοιωτίας, και ακόμα με την Αθήνα.
Η σχέση με την Κόρινθο κατά τον 8ο, τον 7ο και ως τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. υπήρξε καθοριστική, όπως δείχνει η πλούσια παρουσία κορινθιακής κεραμικής στα νεκροταφεία της πόλης. Σημαντικά ευρήματα, κι ανάμεσά τους ένας μεγάλος κρατήρας (αγγείο για ανάμειξη του κρασιού με νερό) και πολλοί αρύβαλλοι (σφαιρικά αγγεία για αρώματα), βρέθηκαν στους τάφους που εντοπίστηκαν κατά τη διαπλάτυνση του δρόμου προς Άγιο Ισίδωρο το 1978.
Μυκηναϊκό κύπελλο (ΥΕ Ι-ΙΙ) από το μέγαρο. Φωτό Θ.Σ.

Αλλά και ο ναός της Αθηνάς που έχει βρεθεί έξω από τα τείχη της πόλης, στην πλαγιά του Συρού, και χρονολογείται στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ., φέρει έντονες κορινθιακές επιδράσεις. Σταδιακά από το 530-520 π.Χ. οι σχέσεις με την Κόρινθο υποχωρούν, αλλά δεν εξαλείφονται ποτέ στην ιστορία της Αντίκυρας, και αντίστοιχα ενδυναμώνεται η εμπορική παρουσία της Αθήνας.
Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το λιμάνι της Αντίκυρας, μαζί με το λιγότερο προστατευμένο της Ιτέας, αποτελούσαν την κύρια είσοδο των προϊόντων από την Πελοπόννησο προς την ενδοχώρα της κεντρικής Ελλάδας. Και τα δυο βρίσκονταν πάνω στον θαλάσσιο εμπορικό δρόμο που οδηγούσε από το λιμάνι Λέχαιο της Κορίνθου προς τις σημαντικές αποικίες της στη δυτική Ελλάδα και την Ιταλία, όπως ήταν η Λευκάδα, η Αμβρακία (Άρτα), η Κέρκυρα , και οι Συρακούσες στη Σικελία. Η Αντίκυρα ήταν πιθανόν η πρώτη σκάλα σε αυτό το μακρύ ταξίδι, καθώς χρειαζόταν με τα τότε μέσα μια μέρα πλεύσης από την Κόρινθο.
Όταν οι Πέρσες, μετά τις Θερμοπύλες το 480 π.Χ., κινήθηκαν νότια, ένα απόσπασμα του στρατού του Ξέρξη κινήθηκε προς τους Δελφούς και στο δρόμο κατέστρεψε πολλές φωκικές πόλεις. Η Αντίκυρα, καθώς δεν ήταν στο δρόμο τους, φαίνεται ότι δεν υπέστη τότε καμιά ζημιά. Αν και δεν υπάρχει ρητή αναφορά στις πηγές στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.) θα είχε συμμαχήσει με την Αθήνα, όπως όλες οι φωκικές πόλεις.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Η Αντίκυρα από τον Όμηρο ως....

Είναι γνωστό ότι οι ραγδαίες μεταβολές της σύγχρονης εποχής, κυριολεκτικά εξαφανίζουν με γρήγορο ρυθμό τον ιστορικό, λαογραφικό και πολιτιστικό θησαυρό μας. Βασική μας επιθυμία είναι να περισώσουμε και να αναδείξουμε την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου μας αλλά ταυτόχρονα να καταδείξουμε την φήμη μιας σπουδαίας Φωκικής πόλης, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αρχαιότητα.

Στη νοτιοδυτική γωνιά της σημερινής Περιφερειακής Ενότητας Βοιωτίας βρίσκεται η
Αντίκυρα, παραλιακή πόλη της αρχαίας Φωκίδας, ασφαλές φυσικό λιμάνι στις βόρειες
ακτές του Κορινθιακού κόλπου. Ως μυθικός ιδρυτής της πόλης, αναφέρεται ο ήρωας
Αντικυρέας, ο οποίος θεράπευσε τον Ηρακλή από τη μανία, που του έστειλε η ΄Ηρα με το
φυτό ελλέβορο, το φαρμακευτικό βότανο που φύεται στα βουνά της περιοχής.
Η γεωγραφική της θέση φαίνεται να καθόρισε από την αρχαιότητα και σε
σημαντικό βαθμό την οικιστική και οικονομική της εξέλιξη και την ιστορία της, ώστε να
γίνει η μεγαλύτερη και ισχυρότερη πόλη στον ομώνυμο κόλπο και στη βόρεια ακτή του
Κορινθιακού. Τα τρία ιερά, του Ποσειδώνα, της Άρτεμης και της Αθηνάς, το δικό της νόμισμα, το θέατρο, τα αγάλματα, και τα δύο γυμναστήρια αναδεικνύουν έναν σημαντικό πολιτισμό.
Πληροφορίες για την ιστορία της πόλης και της περιοχής της αντλούνται από τις αρχαίες γραπτές πηγές, τον Παυσανία, το Θεόφραστο, το Στράβωνα, τον Κλαύδιο Πτολεμαίο και τον Στέφανο Βυζάντιο.
Οι πληροφορίες των κειμένων συνδυάζονται και συμπληρώνονται από τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ανασκαφών.
Αρκετές σωστικές ανασκαφές διενεργήθηκαν στην Αντίκυρα από τη δεκαετία
του 1970 ως σήμερα και συνεχίζονται με την ευκαιρία οικοδομικών κυρίως εργασιών
και έχουν φέρει στο φώς οικοδομικά κατάλοιπα και τμήματα των νεκροταφείων της.
Τα αρχαιολογικά δεδομένα αποδεικνύουν την κατοίκηση της αρχαίας πόλης από τους
προϊστορικούς χρόνους ως το 620 μ.Χ., όταν καταστράφηκε από σεισμό. Σε κάποιες
μάλιστα ιστορικές περιόδους διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην περιοχή του
Κορινθιακού κόλπου. Στην κλασική και την ελληνιστική εποχή ακολούθησε την τύχη
των υπόλοιπων φωκικών πόλεων και κατά τη διάρκεια των «ιερών πολέμων», υπέστη
καταστροφές και διασκορπισμό των κατοίκων της. Στους ρωμαϊκούς χρόνους το λιμάνι
της χρησιμοποιήθηκε για μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων προς την ενδοχώρα.
Επιμέλεια κειμένων: Βασίλειος Αραβαντινός(διευθυντής Θ’ ΕΠΚΑ)
Κείμενα: Εύη Τσώτα (αρχαιολόγος Θ’ΕΠΚΑ)